Μετάφραση άρθρου: Η οικονομία του 90%

Η ζωή μετά τα περιοριστικά μέτρα

Η οικονομία του 90%

30 Απριλίου 2020

Η ζωή μετά τα περιοριστικά μέτρα

Θα υπάρχουν δυσκολίες που δύσκολα τις φανταζόμαστε σήμερα

Σε πολλά πράγματα, το ποσοστό 90% είναι μια χαρά. Σε μια οικονομία, όμως, είναι ανεπαρκές και στην Κίνα βλέπουμε το γιατί. Η χώρα ξεκίνησε τη σταδιακή άρση των περιοριστικών μέτρων τον Φεβρουάριο. Τα εργοστάσια άρχισαν και πάλι να λειτουργούν, ενώ οι δρόμοι δεν είναι πλέον άδειοι. Έτσι προκύπτει η οικονομία του 90%, η οποία είναι μεν καλύτερη από τα αυστηρά περιοριστικά μέτρα, αλλά απέχει από την κανονικότητα. Μεταξύ άλλων, μεγάλα τμήματα της καθημερινότητας δεν έχουν αποκατασταθεί. Η χρήση του μετρό και οι εγχώριες πτήσεις έχουν μειωθεί κατά ένα τρίτο. Οι διακριτικές καταναλωτικές δαπάνες, για παράδειγμα σε εστιατόρια, έχουν περιοριστεί κατά 40%, ενώ οι διανυκτερεύσεις σε ξενοδοχεία έχουν μειωθεί στο ένα τρίτο του συνήθους αριθμού τους. Οι άνθρωποι αισθάνονται το βάρος των οικονομικών δυσχερειών, αλλά και του φόβου ενός δεύτερου κύματος της Covid-19. Οι πτωχεύσεις αυξάνονται, ενώ η ανεργία, όπως ανέφερε κάποιος χρηματιστής, είναι τριπλάσια σε σχέση με τα επίσημα στοιχεία και πλέον κυμαίνεται στο 20%.

Εάν οι πλούσιες χώρες πληγούν αντίστοιχα από την οικονομία του 90% μετά την άρση των περιοριστικών μέτρων, η ζωή θα είναι δύσκολη τουλάχιστον μέχρι να βρεθεί ένα εμβόλιο ή μια θεραπεία. Μια βουτιά του αμερικανικού ΑΕΠ της τάξης του 10% θα ήταν η μεγαλύτερη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Όσο μεγαλύτερα δεινά προκαλεί η νόσος Covid-19, τόσο βαθύτερες και πιο επίμονες φαίνεται ότι θα είναι οι οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις της.

Ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο θα χαλαρώσουν τα περιοριστικά μέτρα θα καθορίσει την έκταση της ζημιάς στην οικονομία. Για παράδειγμα, ο υπολογισμός της σχέσης κόστους-οφέλους δείχνει ότι πρέπει να ανοίξουν πρώτα τα σχολεία. Ωστόσο, όσο συνετά κι αν γίνει η χαλάρωση των περιορισμών, υπάρχουν ισχυρές δυνάμεις που θα ανακόψουν την πορεία της οικονομίας κάθε χώρας.

Κατ’ αρχάς, η άρση των περιοριστικών μέτρων είναι μια διαδικασία και όχι ένα συμβάν. Ακόμα κι όταν περνούν τα χειρότερα, ο αριθμός των περιστατικών υποχωρεί με αργούς ρυθμούς. Έναν μήνα αφότου κορυφώθηκαν οι θάνατοι στην Ιταλία, έχοντας αγγίξει τους περίπου 900 την ημέρα, εξακολουθούν να υπερβαίνουν τους 300. Όσο ο ιός παραμένει, ορισμένα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης δεν πρόκειται να αρθούν πλήρως.

Κατά δεύτερον, υπάρχει αβεβαιότητα. Αφού αρθούν τα περιοριστικά μέτρα, θα συνεχίσουμε να μην γνωρίζουμε πολλά στοιχεία για τη νόσο, όπως, για παράδειγμα, τις πιθανότητες ενός δεύτερου κύματος έξαρσης, τη διάρκεια της ανοσίας, καθώς και τις προοπτικές εύρεσης ενός εμβολίου ή μιας θεραπείας. Αυτό αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για όσους φοβούνται τη νόσο. Παρά το ότι ορισμένα κράτη χαλαρώνουν τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης, το ένα τρίτο των Αμερικανών δηλώνουν ότι δεν θα ένιωθαν άνετα να επισκεφτούν ένα εμπορικό κέντρο. Την προηγούμενη εβδομάδα, όταν στη Γερμανία επιτράπηκε η λειτουργία των μικρών καταστημάτων, οι πελάτες τα απέφυγαν. Στη διάρκεια ισχύος των περιοριστικών μέτρων, οι Δανοί περιόρισαν κατά 80% τις οικιακές δαπάνες για υπηρεσίες, όπως τα ταξίδια και η αναψυχή. Δανοί οικονομολόγοι εκτιμούν ότι οι πολίτες της γειτονικής Σουηδίας, όπου δεν επιβλήθηκαν αυστηρά περιοριστικά μέτρα, μείωσαν τις δαπάνες τους κατά περίπου το ίδιο ποσοστό.

Πολλές επιχειρήσεις θα βγουν από την περίοδο των περιοριστικών μέτρων αντιμετωπίζοντας έλλειψη ρευστότητας, πιεσμένους ισολογισμούς και ασθενή ζήτηση. Σύμφωνα με μια έρευνα που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό της Goldman Sachs, σχεδόν τα δύο τρίτα των ιδιοκτητών μικρών αμερικανικών επιχειρήσεων δήλωσαν ότι θα αντιμετωπίσουν έλλειψη ρευστότητας σε λιγότερους από τρεις μήνες. Στη Βρετανία, ο αριθμός των μισθωτών επαγγελματικών ακινήτων που έχουν καθυστερήσει τις καταβολές μισθωμάτων έχει αυξηθεί κατά 30%. Αυτή την εβδομάδα, ο επικεφαλής της Boeing προειδοποίησε ότι τα αεροπορικά ταξίδια δεν θα φτάσουν στα επίπεδα του 2019 για τα επόμενα δύο ή τρία χρόνια. Οι επενδύσεις (που αντιστοιχούν περίπου στο ένα τέταρτο του ΑΕΠ) θα μειωθούν, όχι μόνο για λόγους εξοικονόμησης ρευστότητας, αλλά και επειδή ο κίνδυνος δεν μπορεί να αποτιμηθεί (ένας λόγος να θεωρήσουμε ότι το πρόσφατο ράλι των χρηματιστηρίων δεν έχει ισχυρά θεμέλια).

Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις θα εντείνουν τις οικονομικές ανησυχίες των ανθρώπων. Περισσότεροι από ένα τρίτο των Αμερικανών που συμμετείχαν σε έρευνα του Pew Research δήλωσαν ότι, εάν χάσουν τη βασική πηγή του εισοδήματός τους, δεν θα μπορέσουν να συντηρηθούν από τις αποταμιεύσεις τους, από τη λήψη νέων δανείων ή την πώληση περιουσιακών στοιχείων για περισσότερους από τρεις μήνες. Δεδομένου ότι οι κλάδοι που δέχονται το ισχυρότερο πλήγμα στην οικονομία του 90% απασχολούν πολλούς χαμηλόμισθους, η ανεργία θα είναι υψηλή και δύσκολα θα προκύπτουν περιστασιακές θέσεις εργασίας. Ακόμα και σήμερα, στις πέντε μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης περισσότεροι από 30 εκατομμύρια εργαζόμενοι (δηλαδή το ένα πέμπτο του εργατικού δυναμικού) έχουν ενταχθεί σε ειδικά προγράμματα κάλυψης του μισθού τους από το κράτος. Τα προγράμματα αυτά μπορεί να είναι γενναιόδωρα, κανείς όμως δεν γνωρίζει πόσο θα διαρκέσουν.

Θα υπάρξουν επίσης τραύματα για την οικονομία. Η παραγωγικότητα των επιχειρήσεων που προσαρμόζονται στα δεδομένα του κορωνοϊού, περιορίζοντας τις δαπάνες και βρίσκοντας νέους τρόπους εργασίας, ενδέχεται να αυξηθεί. Εάν όμως οι άνθρωποι μειώσουν πλέον τις συναναστροφές τους μετά την άρση των περιορισμών ή περιορίσουν τις μετακινήσεις τους για μήνες, θα αποκοπούν από τα επαγγελματικά τους δίκτυα κι ενδέχεται να χάσουν κάποιες από τις δεξιότητές τους. Οι άνεργοι στην Αμερική είναι πιθανό να χάσουν μία δεκαετία. Τα κρατικά προγράμματα στήριξης θα σώσουν επιχειρήσεις, πράγμα ευπρόσδεκτο. Όμως με τα προγράμματα που έχουν ως στόχο τη διατήρηση των θέσεων εργασίας υπάρχει ο κίνδυνος τελικά να δημιουργηθούν επιχειρήσεις «ζόμπι» που ούτε θα ευδοκιμήσουν ούτε θα χρεοκοπήσουν, επιβραδύνοντας την ανακύκλωση εργατικού δυναμικού και κεφαλαίου.

Όσο μεγαλύτερο είναι το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο κόσμος θα αναγκαστεί να υπομείνει μια οικονομία του 90%, τόσο λιγότερες θα είναι οι πιθανότητες ανάκαμψης μετά την πανδημία. Μετά την ισπανική γρίπη πριν από έναν αιώνα και τον SARS σχεδόν πριν από δύο δεκαετίες, οι άνθρωποι αδημονούσαν να επιστρέψουν στην κανονική τους ζωή. Κανένας από τους δύο ιούς όμως δεν είχε τόσο μεγάλο οικονομικό αντίκτυπο όσο ο Covid-19, ενώ και οι προσδοκίες των πολιτών από τις κυβερνήσεις ήταν πιο συγκρατημένες το 1918 απ’ ό,τι είναι σήμερα.

Μια βαθιά, παρατεταμένη ύφεση θα πυροδοτήσει αισθήματα θυμού, επειδή η πανδημία ανέδειξε μια άσχημη εικόνα των πλούσιων κοινωνιών. Η ανεπαρκής διαχείριση των οίκων ευγηρίας, τα υψηλά ποσοστά θανάτων στις μειονότητες, οι πρόσθετες απαιτήσεις που επιβαρύνουν τις εργαζόμενες γυναίκες και, ειδικά στην Αμερική, ένα σύστημα υγειονομικής περίθαλψης που είναι δυσπρόσιτο για πολλούς συνιστούν παράγοντες που στο σύνολό τους θα προκαλέσουν αιτήματα για μεταρρυθμίσεις. Αντίστοιχα αιτήματα ενδεχομένως θα διατυπωθούν και όταν γίνει αντιληπτό ότι οι απλοί άνθρωποι καλούνται να σηκώσουν ένα άδικο φορτίο. Οι Αμερικανοί με ετήσιο εισόδημα κάτω των 20.000 δολαρίων έχουν διπλάσιες πιθανότητες να μείνουν άνεργοι λόγω του κορωνοϊού σε σύγκριση με τα άτομα που έχουν εισόδημα άνω των 80.000 δολαρίων. Πολλά θα εξαρτηθούν από το πόσο γρήγορα θα επαναπροσληφθούν.

Η λαϊκή απαίτηση για αλλαγές θα μπορούσε να προκαλέσει ριζοσπαστικοποίηση της πολιτικής σκηνής ταχύτερα απ’ ό,τι συνέβη μετά την οικονομική κρίση του 2007-09. Όσοι πιστεύουν στις ανοικτές αγορές και στον περιορισμένο ρόλο του κράτους πρέπει να διασφαλίσουν ότι η ενέργεια αυτή θα διοχετευτεί προς τις σωστές αλλαγές. Εάν η πανδημία μειώσει τα εμπόδια για μεταρρυθμίσεις, θα προσφέρει μια σπάνια ευκαιρία να επαναδιατυπωθεί το κοινωνικό συμβόλαιο με τρόπο ώστε να προκύψουν οφέλη για όσους είναι αποκλεισμένοι και να περιοριστούν τα εδραιωμένα προνόμια που απολαμβάνουν σήμερα άλλα πρόσωπα, μέσω του φορολογικού συστήματος, της εκπαίδευσης και του ρυθμιστικού πλαισίου. Η πανδημία ίσως θα ενισχύσει την αίσθηση εθνικής και παγκόσμιας αλληλεγγύης. Ενδεχομένως θα αναδειχθεί η επιτυχία χωρών, όπως η Γερμανία και η Ταϊβάν που έχουν αντιμετωπίσει τη νόσο χάρη στους ισχυρούς θεσμούς τους, σε αντίθεση με χώρες όπου οι λαϊκιστές επιδίδονται σε θεατρινισμούς, χλευάζοντας την εξειδικευμένη γνώση για να προσελκύσουν την προσοχή.

Ωστόσο, όλα αυτά μπορεί να αποδειχτούν ευσεβείς πόθοι. Τους επόμενους 18 μήνες όλοι όσοι έχουν συγκεκριμένη ατζέντα θα υποστηρίξουν πως η πανδημία αποδεικνύει ότι έχουν δίκιο. Η αδυναμία του πολιτικού συστήματος να αντιμετωπίσει την αίσθηση αδικίας των απλών ανθρώπων μετά την περίοδο 2007-09 και η απαίτηση για αλλαγή προκάλεσαν έξαρση του λαϊκισμού. Η οικονομία του 90% απειλεί να προκαλέσει ακόμα μεγαλύτερα δεινά. Ο θυμός που δημιουργεί μπορεί τελικά να τροφοδοτήσει τον προστατευτισμό, την ξενοφοβία και τον κρατικό παρεμβατισμό σε έκταση πρωτοφανή για τις τελευταίες δεκαετίες. Εάν απεύχεστε μια τέτοια έκβαση, όπως και εμείς σε αυτό το έντυπο, είναι καιρός να ταχθείτε υπέρ μιας καλύτερης.

Μετάφραση άρθρου του Economist που δημοσιεύθηκε εδώ:
https://www.economist.com/leaders/2020/04/30/life-after-lockdowns